Τέλος στα τοκογλυφικά επιτόκια διάσωσης;
Ελπίδες για μείωση των σχεδόν τοκογλυφικών επιτοκίων δανεισμού των χωρών της ευρωζώνης που διασώζονται από τη χρεοκοπία δημιουργούν οι πιέσεις που ασκεί ανοικτά πλέον η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για τη μείωσή τους. Η συζήτηση αυτή συμπίπτει με τις παρασκηνιακές διαπραγματεύσεις για τη φόρμουλα επιμήκυνσης του δανείου προς την Ελλάδα που θα επιλεγεί τελικά, καθώς η .......
συζήτηση αυτή φαίνεται ότι κρύβει αρκετές και σοβαρές «τεχνικές λεπτομέρειες», που δεν έχουν ακόμη αποσαφηνισθεί. Στις χθεσινές του δηλώσεις, ο Ζαν Κλωντ Τρισέ για πρώτη φορά δήλωσε με καθαρότητα, ότι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θα ήταν καλό να εξετάσουν το ενδεχόμενο μείωσης του υψηλού επιτοκίου δανεισμού των χωρών που ζητούν στήριξη για να αποφύγουν τη χρεοκοπία. Αυτή η αναφορά δημιουργεί προσδοκίες στην Αθήνα, ότι στο πλαίσιο της συνολικής λύσης που αναζητείται για την έξοδο της ευρωζώνης από την κρίση θα επανεξετασθούν και τα επιτόκια δανεισμού για τις διασώσεις, που με πρωτοβουλία κυρίως της Γερμανίας είχαν διαμορφωθεί σε πολύ υψηλά επίπεδα για την Ελλάδα και την Ιρλανδία, οδηγώντας πολλούς αναλυτές στην εκτίμηση, ότι δεν είναι βιώσιμη η εξυπηρέτηση του χρέους τους. Αυτό το νέο στοιχείο ήλθε να προστεθεί στη συζήτηση για τη λύση του ελληνικού προβλήματος, την ώρα που ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών, Βόλφγανγκ Σόιμπλ δήλωνε έτοιμος να συμφωνήσει για την επιμήκυνση της διάρκειας του δανείου των 110 δις. ευρώ, διευκρινίζοντας όμως ότι θα χρειασθεί να συμφωνήσουν και τα υπόλοιπα εμπλεκόμενα μέρη, δηλαδή οι άλλες χώρες της ευρωζώνης και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Στο πρώτο άκουσμα αυτή η δήλωση ερμηνεύεται θετικά, όμως, η επιμονή του Γερμανού υπουργού στην ανάγκη συμφωνίας και με το ΔΝΤ επαναφέρει στο προσκήνιο ένα τεχνικό ζήτημα με μεγάλη σημασία στη διαπραγμάτευση της φόρμουλας επιμήκυνσης του δανείου: το ΔΝΤ κατά πάγια πρακτική δεν αλλάζει τους όρους χορήγησης δανείων για ποσά που ήδη έχουν εκταμιευθεί. Αυτό σημαίνει, όμως, ότι στην περίπτωση του ελληνικού δανείου η επιμήκυνση θα είναι δυνατό να εφαρμοσθεί μόνο για τις δόσεις που δεν έχουν ήδη εκταμιευθεί. Αν αυτό γίνει στην περίπτωση της Ελλάδας από το ΔΝΤ, τότε θα πρέπει και οι χώρες της ευρωζώνης να συμφωνήσουν στην επιμήκυνση μόνο για τις δόσεις που δεν έχουν ήδη εκταμιευθεί και αυτό σημαίνει ότι τουλάχιστον οι τρεις πρώτες δόσεις τίθενται εκτός συμφωνίας. Ένα άλλο ζήτημα που εγείρουν για την Ελλάδα οι χθεσινές δηλώσεις Σόιμπλ είναι ότι ο Γερμανός υπουργός μετέθεσε ένα μήνα αργότερα, στη Σύνοδο Κορυφής στα τέλη Μαρτίου, τις συνολικές αποφάσεις για τη διευθέτηση της κρίσης χρέους, ενώ ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου είχε μιλήσει για κρίσιμες αποφάσεις μέσα στο πρώτο δίμηνο του 2010, «φωτογραφίζοντας» τη Σύνοδο Κορυφής της 4ης Φεβρουαρίου ως ιδιαίτερα κρίσιμη για την ανακοίνωση της «τελικής λύσης». Το παιχνίδι των ημερομηνιών δεν είναι χωρίς σημασία στην προκειμένη περίπτωση: έχει γίνει σαφές πλέον, ότι η Γερμανία θα συζητήσει για την επιμήκυνση του ελληνικού δανείου μόνο στο πλαίσιο της συνολικής συμφωνίας για τα μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης. Συνεπώς, η οριστική έγκριση της επιμήκυνσης, που ενδεχομένως να περιλαμβάνει και μια μείωση του επιτοκίου δανεισμού, μετατίθεται στο τέλος Μαρτίου, σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα που έδωσε ο Γερμανός υπουργός. Αυτό σημαίνει, ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν θα μπορέσει να διαπραγματευθεί για το δάνειο πριν ολοκληρωθεί η εξαιρετικά κρίσιμη αξιολόγηση της οικονομίας από την τρόικα τον Φεβρουάριο, ενόψει της εκταμίευσης της τέταρτης δόσης. Έτσι, μεγιστοποιείται η πίεση στην κυβέρνηση για να ολοκληρώσει όλες τις μεταρρυθμίσεις για τις οποίες έχει δεσμευθεί πριν την επόμενη αξιολόγηση από την τρόικα, καθώς η Γερμανία ενδεχομένως να αξιοποιήσει πιθανά «στραβοπατήματα» για να σκληρύνει τη στάση της στη διαπραγμάτευση για την επιμήκυνση, που θα ολοκληρωθεί στα τέλη Μαρτίου. Φαίνεται, λοιπόν, ότι το πρώτο τρίμηνο του 2011 θα είναι ιδιαίτερα κρίσιμο, αφού οδηγεί σε αποφάσεις που θα καθορίσουν πολλά για τη δυνατότητα της χώρας να εξυπηρετήσει ομαλά το δημόσιο χρέος σε βάθος χρόνου. Ιδιαίτερα για το θέμα του επιτοκίου δανεισμού, η κυβέρνηση θεωρεί ότι είναι ιδιαίτερα κρίσιμο, καθώς επηρεάζει καταλυτικά την αξιολόγηση της χώρας από τους επενδυτικούς οίκους. Το πρόβλημα του υψηλού επιτοκίου στο δάνειο των 110 δις. ευρώ επισημαίνεται με ιδιαίτερη έμφαση από τους αναλυτές. Η JP Morgan υπολόγιζε σε πρόσφατη ανάλυση, ότι με τα τρέχοντα επιτόκια δανεισμού από το μηχανισμό διάσωσης, καθώς και με την πρόβλεψη του μνημονίου, ότι η Ελλάδα θα χρηματοδοτηθεί από τις αγορές μετά το 2013 (προφανώς με πολύ υψηλό κόστος) το χρέος θα προσλάβει ανεξέλεγκτη δυναμική αύξησης. Από 141% του ΑΕΠ το 2010, το 2020 θα αυξηθεί σε 184% και θα συνεχίσει να αυξάνεται τα επόμενα χρόνια. Προφανές είναι, ότι με τέτοια δυναμική διόγκωσης του χρέους, η Ελλάδα θα οδηγηθεί με μαθηματική βεβαιότητα σε αναδιάρθρωση του χρέους. Η πρόταση της JP Morgan, με την οποία φαίνεται να ευθυγραμμίζεται και η χθεσινή δήλωση του Ζαν Κλωντ Τρισέ, είναι να συμφωνήσει η Γερμανία σε μια επιδότηση του κόστους δανεισμού της Ελλάδας και των άλλων υπερχρεωμένων χωρών που διασώζονται ή θα διασωθούν από τους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς. Προτείνει, ειδικότερα, η διαφορά επιτοκίου δανεισμού από το γερμανικό να μειωθεί από το 3,5% σήμερα, στο 1%. Αυτό θα οδηγούσε σε ένα κόστος δανεισμού της τάξεως του 3,5% για δεκαετή περίοδο, που είναι πιο κοντά στον προβλεπόμενο μέσο ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας τα επόμενα χρόνια. sofokleous10
συζήτηση αυτή φαίνεται ότι κρύβει αρκετές και σοβαρές «τεχνικές λεπτομέρειες», που δεν έχουν ακόμη αποσαφηνισθεί. Στις χθεσινές του δηλώσεις, ο Ζαν Κλωντ Τρισέ για πρώτη φορά δήλωσε με καθαρότητα, ότι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θα ήταν καλό να εξετάσουν το ενδεχόμενο μείωσης του υψηλού επιτοκίου δανεισμού των χωρών που ζητούν στήριξη για να αποφύγουν τη χρεοκοπία. Αυτή η αναφορά δημιουργεί προσδοκίες στην Αθήνα, ότι στο πλαίσιο της συνολικής λύσης που αναζητείται για την έξοδο της ευρωζώνης από την κρίση θα επανεξετασθούν και τα επιτόκια δανεισμού για τις διασώσεις, που με πρωτοβουλία κυρίως της Γερμανίας είχαν διαμορφωθεί σε πολύ υψηλά επίπεδα για την Ελλάδα και την Ιρλανδία, οδηγώντας πολλούς αναλυτές στην εκτίμηση, ότι δεν είναι βιώσιμη η εξυπηρέτηση του χρέους τους. Αυτό το νέο στοιχείο ήλθε να προστεθεί στη συζήτηση για τη λύση του ελληνικού προβλήματος, την ώρα που ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών, Βόλφγανγκ Σόιμπλ δήλωνε έτοιμος να συμφωνήσει για την επιμήκυνση της διάρκειας του δανείου των 110 δις. ευρώ, διευκρινίζοντας όμως ότι θα χρειασθεί να συμφωνήσουν και τα υπόλοιπα εμπλεκόμενα μέρη, δηλαδή οι άλλες χώρες της ευρωζώνης και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Στο πρώτο άκουσμα αυτή η δήλωση ερμηνεύεται θετικά, όμως, η επιμονή του Γερμανού υπουργού στην ανάγκη συμφωνίας και με το ΔΝΤ επαναφέρει στο προσκήνιο ένα τεχνικό ζήτημα με μεγάλη σημασία στη διαπραγμάτευση της φόρμουλας επιμήκυνσης του δανείου: το ΔΝΤ κατά πάγια πρακτική δεν αλλάζει τους όρους χορήγησης δανείων για ποσά που ήδη έχουν εκταμιευθεί. Αυτό σημαίνει, όμως, ότι στην περίπτωση του ελληνικού δανείου η επιμήκυνση θα είναι δυνατό να εφαρμοσθεί μόνο για τις δόσεις που δεν έχουν ήδη εκταμιευθεί. Αν αυτό γίνει στην περίπτωση της Ελλάδας από το ΔΝΤ, τότε θα πρέπει και οι χώρες της ευρωζώνης να συμφωνήσουν στην επιμήκυνση μόνο για τις δόσεις που δεν έχουν ήδη εκταμιευθεί και αυτό σημαίνει ότι τουλάχιστον οι τρεις πρώτες δόσεις τίθενται εκτός συμφωνίας. Ένα άλλο ζήτημα που εγείρουν για την Ελλάδα οι χθεσινές δηλώσεις Σόιμπλ είναι ότι ο Γερμανός υπουργός μετέθεσε ένα μήνα αργότερα, στη Σύνοδο Κορυφής στα τέλη Μαρτίου, τις συνολικές αποφάσεις για τη διευθέτηση της κρίσης χρέους, ενώ ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου είχε μιλήσει για κρίσιμες αποφάσεις μέσα στο πρώτο δίμηνο του 2010, «φωτογραφίζοντας» τη Σύνοδο Κορυφής της 4ης Φεβρουαρίου ως ιδιαίτερα κρίσιμη για την ανακοίνωση της «τελικής λύσης». Το παιχνίδι των ημερομηνιών δεν είναι χωρίς σημασία στην προκειμένη περίπτωση: έχει γίνει σαφές πλέον, ότι η Γερμανία θα συζητήσει για την επιμήκυνση του ελληνικού δανείου μόνο στο πλαίσιο της συνολικής συμφωνίας για τα μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης. Συνεπώς, η οριστική έγκριση της επιμήκυνσης, που ενδεχομένως να περιλαμβάνει και μια μείωση του επιτοκίου δανεισμού, μετατίθεται στο τέλος Μαρτίου, σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα που έδωσε ο Γερμανός υπουργός. Αυτό σημαίνει, ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν θα μπορέσει να διαπραγματευθεί για το δάνειο πριν ολοκληρωθεί η εξαιρετικά κρίσιμη αξιολόγηση της οικονομίας από την τρόικα τον Φεβρουάριο, ενόψει της εκταμίευσης της τέταρτης δόσης. Έτσι, μεγιστοποιείται η πίεση στην κυβέρνηση για να ολοκληρώσει όλες τις μεταρρυθμίσεις για τις οποίες έχει δεσμευθεί πριν την επόμενη αξιολόγηση από την τρόικα, καθώς η Γερμανία ενδεχομένως να αξιοποιήσει πιθανά «στραβοπατήματα» για να σκληρύνει τη στάση της στη διαπραγμάτευση για την επιμήκυνση, που θα ολοκληρωθεί στα τέλη Μαρτίου. Φαίνεται, λοιπόν, ότι το πρώτο τρίμηνο του 2011 θα είναι ιδιαίτερα κρίσιμο, αφού οδηγεί σε αποφάσεις που θα καθορίσουν πολλά για τη δυνατότητα της χώρας να εξυπηρετήσει ομαλά το δημόσιο χρέος σε βάθος χρόνου. Ιδιαίτερα για το θέμα του επιτοκίου δανεισμού, η κυβέρνηση θεωρεί ότι είναι ιδιαίτερα κρίσιμο, καθώς επηρεάζει καταλυτικά την αξιολόγηση της χώρας από τους επενδυτικούς οίκους. Το πρόβλημα του υψηλού επιτοκίου στο δάνειο των 110 δις. ευρώ επισημαίνεται με ιδιαίτερη έμφαση από τους αναλυτές. Η JP Morgan υπολόγιζε σε πρόσφατη ανάλυση, ότι με τα τρέχοντα επιτόκια δανεισμού από το μηχανισμό διάσωσης, καθώς και με την πρόβλεψη του μνημονίου, ότι η Ελλάδα θα χρηματοδοτηθεί από τις αγορές μετά το 2013 (προφανώς με πολύ υψηλό κόστος) το χρέος θα προσλάβει ανεξέλεγκτη δυναμική αύξησης. Από 141% του ΑΕΠ το 2010, το 2020 θα αυξηθεί σε 184% και θα συνεχίσει να αυξάνεται τα επόμενα χρόνια. Προφανές είναι, ότι με τέτοια δυναμική διόγκωσης του χρέους, η Ελλάδα θα οδηγηθεί με μαθηματική βεβαιότητα σε αναδιάρθρωση του χρέους. Η πρόταση της JP Morgan, με την οποία φαίνεται να ευθυγραμμίζεται και η χθεσινή δήλωση του Ζαν Κλωντ Τρισέ, είναι να συμφωνήσει η Γερμανία σε μια επιδότηση του κόστους δανεισμού της Ελλάδας και των άλλων υπερχρεωμένων χωρών που διασώζονται ή θα διασωθούν από τους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς. Προτείνει, ειδικότερα, η διαφορά επιτοκίου δανεισμού από το γερμανικό να μειωθεί από το 3,5% σήμερα, στο 1%. Αυτό θα οδηγούσε σε ένα κόστος δανεισμού της τάξεως του 3,5% για δεκαετή περίοδο, που είναι πιο κοντά στον προβλεπόμενο μέσο ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας τα επόμενα χρόνια. sofokleous10

Δεν υπάρχουν σχόλια
Δημοσίευση σχολίου