Υπέρ της αποφυλάκισης του Τζούλιαν Ασάνζ, µε αυστηρούς περιοριστικούς όρους και εγγύηση 283.000
ευρώ, αποφάνθηκε ο βρετανός δικαστής Χάουαρντ Ριντλ. Ο ενθουσιασµός των υποστηρικτών του Ασάνζ, όµως, αποδείχθηκε πρόωρος: η σουηδική εισαγγελία ανακοίνωσε πως εφεσιβάλλει την απόφαση.
Η χθεσινή ηµέρα άρχισε µε µια έκκληση του Τζούλιαν Ασάνζ από τις φυλακές Γουάντσγουορθ, όπου κρατείται από τις 7 ∆εκεµβρίου, προς όλο τον κόσµο να προστατεύσει «τη δουλειά και τους συνεργάτες του» από τις «παράνοµες και ανήθικες επιθέσεις» που δέχεται το Wikileaks. Τη µετέφερε στον έξω κόσµο η µητέρα του, Κριστίν, η οποία µετέβη από την Αυστραλία όπου ζει στη Βρετανία προκειµένου να βρεθεί κοντά στον γιο της.
Η Κριστίν Ασάνζ επισκέφθηκε τον Τζούλιαν στη φυλακή και του µετέφερε το ερώτηµα τηλεοπτικού σταθµού της Αυστραλίας:
η δηµοσιοποίηση των αµερικανικώνδιπλωµατικών τηλεγραφηµάτων άξιζε τον κόπο;
«Παραµένω πιστός στα ιδανικά που έχω εκφράσει. Η κατάσταση αυτή δεν θα τα κλονίσει, αντιθέτως τα ενισχύει», ήταν η γραπτή απάντηση του 39χρονου Αυστραλού. Παράλληλα, ο Ασάνζ άσκησε έντονη κριτική στις εταιρείες που έχουν διακόψει τις εµπορικές τους δραστηριότητες και µαζί την καταβολή χρηµάτων από δωρεές στη Wikileaks. «Ξέρουµε τώρα πως η Visa, η Mastercard, η Paypal και οι υπόλοιπες είναι εργαλεία της αµερικανικής εξωτερικής πολιτικής», δήλωσε.
Κάποιοι είπαν πως µε αυτό τον τρόπο ζήτησε εµµέσως και νέες αντεπιθέσεις από τους Ανώνυµους Χακτιβιστές, ο Ασάνζ πάντως έχει ταχθεί κατά των κυβερνοεπιθέσεων εν γένει.
Λίγο αργότερα, δύοώρες προτού ξεκινήσειγια τοδικαστήριο του Γουέστµινστερ ηκλούβα της Αστυνοµίας µε τον Ασάνζ, το «Time» ανακοίνωσε πως η (µη δεσµευτική για το περιοδικό) ψηφοφορία των αναγνωστών για το φετινό Πρόσωπο της Χρονιάς ολοκληρώθηκε µε τον ιδρυτή της Wikileaks στην κορυφή των προτιµήσεων –συγκέντρωσε 382.020
ψήφους έναντι 148.383 του δεύτερου στη σειρά, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Το «Time» έχει αφιερώσει το εξώφυλλο του τελευταίου τεύχους στον Ασάνζ.
Του έστειλε µάλιστα ένα αντίτυπο στις φυλακές. Οπως επισήµανε όµως ο δικηγόρος του Μαρκ Στίβενς, καταγγέλλοντας τη «γελοία λογοκρισία» που υφίσταται ο πελάτης του και τις οργουελικές συνθήκες κράτησής του µε 23 ώρες ηµερησίως στην αποµόνωση, οι υπεύθυνοι «το λογόκριναν όχι απλώς σκίζοντας το εξώφυλλο αλλά καταστρέφοντας όλο το περιοδικό».
Υποστηρικτές
Η κλούβα έφτασε στο δικαστήριο λίγο µετά τις έντεκα το πρωί, τοπική ώρα, οι φωτορεπόρτερ έτρεξαν να απαθανατίσουν τον Ασάνζ µέσα από τα παράθυρα. Σιγά σιγά άρχισαν να φτάνουν, πέραν των ανωνύµων, και οι διάσηµοι υποστηρικτές του Αυστραλού – από τον σκηνοθέτη Κεν Λόουτς και τον συγγραφέα Ταρίκ Αλί µέχρι την Μπιάνκα Τζάγκερ καιτη Φατιµά Μπούτο, ανιψιά της δολοφονηθείσας πρώην πρωθυπουργού του Πακιστάν. Αιφνιδιάζοντας τους πάντες, ο δικαστής επέτρεψε στους δηµοσιογράφους να στέλνουν µηνύµατα στο twitter µέσα από το δικαστήριο: «Πιθανότητες να αφεθεί ο Ασάνζ ελεύθερος µε εγγύηση»… «Αµφιβάλλει ο Ρόµπερτσον [ο διαπρεπής αυστραλοβρετανός νοµικός Τζέφρι Ρόµπερτσον, που έσπευσε να υπερασπίσει τον Ασάνζ] ότι η συγκεκριµένη κατηγορία βιασµού θεωρείται βιασµός από τη βρετανική νοµοθεσία»… Λίγο µετά τις τρεις το µεσηµέρι, ακούστηκαν ζητωκραυγές εντός και εκτός δικαστηρίου.
Ο δικαστής αποφάσισε την ελευθέρωση του Ασάνζ µε αυστηρούς περιοριστικούς όρους, µέχρι την επόµενη εµφάνισή του στο δικαστήριο στις 11 Ιανουαρίου. Πρέπει, επισήµανε, να παραδώσει το διαβατήριό του και να καταβάλει σε µετρητά εγγύηση 240.000 λιρών· θα του τοποθετηθεί ηλεκτρονικό περιβραχιόνιο και θα διανυκτερεύει υποχρεωτικά στο κτήµα του Βον Σµιθ (ιδρυτής της λέσχης δηµοσιογράφων Frontline Club, εκεί όπου έµενε ο Ασάνζ πριν από την παράδοσή του) στο Σάφολκ· δεν θα µπορεί να κυκλοφορεί εκτός σπιτιού (ή, καλύτερα, έπαυλης) µεταξύ 10.00 - 14.00 και 22.00 - 02.00 και θα πρέπει να παρουσιάζεται κάθε απόγευµα στις έξι στο πλησίον αστυνοµικό τµήµα.
Μαζεύουν χρήµατα
«Αδύνατον να πούµε πότε ακριβώς θα αφεθείελεύθερος, πρέπει πρώτα να συγκεντρωθούν τα χρήµατα της εγγύησης», δήλωναν λίγο µετά οι δικηγόροι του. Πάντως πολλές γνωστές προσωπικότητες, ανάµεσά τους και ο αµερικανός κινηµατογραφιστής Μάικλ Μουρ, έχουν δεσµευτεί να καταβάλουν από 20.000 λίρες έκαστος. Την τελευταία λέξη χθες, όµως, την είχε ο εκπρόσωπος της σουηδικής εισαγγελίας που δήλωσε πως θα ασκηθεί έφεση στην απόφαση, προκαλώντας νέες καταγγελίες για «διωγµό και όχι δίωξη» από την οµάδα των δικηγόρων του Ασάνζ. Μέχρι την ακρόαση της έφεσης, εντός 48ώρου, ο ιδρυτής του Wikileaks πρέπει, ούτως ή άλλως, να παραµείνει στη φυλακή.
«Οι Βρετανοί δεν µπορούν να αντιµετωπίσουν την τροµοκρατία»
Πολύ «µικρή πρόοδο» σηµείωσε η βρετανική κυβέρνηση στην προσπάθειά της να αποκτήσει επαφή µε τις µουσουλµανικές κοινότητες στη χώρα, παρ’ ότι επένδυσε «αρκετό χρόνο και πηγές» έπειτα από τις βοµβιστικές επιθέσεις στο Λονδίνο το 2005, σύµφωνα µε τα τηλεγραφήµατα που έστελναν αµερικανοί διπλωµάτες στο Στέιτ Ντιπάρτµεντ. Οπως χαρακτηριστικά ανέφερε ένας διπλωµάτης της πρεσβείας των ΗΠΑ στο Λονδίνο τον Αύγουστο του 2006, «οι Βρετανοί µπορεί να αφιέρωσαν πολύ χρόνο και πολλά χρήµατα στο να προσεγγίσουν την κοινότητα των µουσουλµάνων στη χώρα, όµως η ένταση παραµένει µεταξύ των δύο πλευρών».
Οι φόβοι των Αµερικανών ότι οι Βρετανοί δεν µπορούν να αντιµετωπίσουν την τροµοκρατία περιγράφεται όλη την περίοδο µετά τις βοµβιστικές επιθέσεις στο Λονδίνο το 2005 και επανέρχεται σήµερα καθώς η αστυνοµία της Βρετανίας συνεχίζει τη συνεργασία της µε τη σουηδική και τις έρευνες σε ένα σπίτι στο Λούτον ως µέρος της έρευνας για τον Ταϊµουρ Αλ-Αµπντάλι, τον Σουηδό, ιρακινής καταγωγής, υπεύθυνο για τις δύο βοµβιστικές επιθέσεις στο κέντρο της Στοκχόλµης το Σάββατο. Ο 28χρονος πυροδότησε ένα αυτοκίνητο γεµάτο εκρηκτικά ενώ αργότερα σκοτώθηκε και ο ίδιος καθώς ήταν ζωσµένος µε εκρηκτικά λίγο πριν φθάσει στον στόχο του που, σύµφωνα µε στελέχη της αστυνοµίας, ήταν ένας πολυσύχναστος σταθµός του Μετρό ή κάποιο πολυκατάστηµα της σουηδικής πρωτεύουσας.
Στo Wikileaks περιέχονται επίσης πολλά τηλεγραφήµατα που αναφέρουν συναντήσεις αµερικανών και βρετανών ειδικών στην τροµοκρατία όπου καταγράφονται:
n Φόβοι ότι η νέα κυβέρνηση της Βρετανίας θα υιοθετήσει µια πιο «απλοϊκή» προσέγγιση στην αντιµετώπιση της τροµοκρατίας.
n Ανησυχίες για την πιθανότητα µιας «επίθεσης ανάλογης µε εκείνη στο ξενοδοχείο “Ταζ Μαχάλ” της Βοµβάης», αυτή τη φορά στη Βρετανία.
n Οτι «οι ιδιαίτερα αµφιλεγόµενες συνεχιζόµενες στρατιωτικές επιχειρήσεις στο Αφγανιστάν» αποτελούν «τεράστιο» πολιτικό θέµα.
n Ενα «κύµα µηνύσεων και αγωγών» από βρετανούς πολίτες που µεταφέρθηκαν και κρατήθηκαν στις αµερικανικές στρατιωτικές φυλακές του Γκουαντάναµο. Αυτό το «δικαστικό κύµα», προβλέπεται από αµερικανούς διπλωµάτες, θα έχει «σοβαρές επιπτώσεις στα εργαλεία εναντίον της τροµοκρατίας που µπορούν να χρησιµοποιήσουν οι βρετανικές αρχές».
n Φόβοι ότι η ασφάλεια για τους Ολυµπιακούς Αγώνες του 2012 που θα διεξαχθούν στο Λονδίνο θα αποτελέσει ένα βασικό ζήτηµα.
Ενας γάµος, ένα σχολείο και πολλά εκατοµµύρια
«∆ΕΝ ΜΠΟΡΩ να πιστέψω αυτό που µου έκανε! Τα έχασα όλα!», φώναζε η Σούχα Αραφάτ τον Οκτώβριο του 2007, έξαλλη µε την τυνήσια πρώτη κυρία, µιλώντας τηλεφωνικά από τη Μάλτα µε τον αµερικανό πρεσβευτή στην Τύνιδα. Αν είχε τίτλο η συγκεκριµένη αποκάλυψη του Wikileaks, αυτός θα µπορούσε να είναι «Το ριζικό µιας χήρας».
Η ιστορία της Σούχα Αραφάτ, της χήρας του ιστορικού παλαιστίνιου ηγέτη Γιασέρ Αραφάτ, έχει από όλα: διαπλοκή, προδοσία,εξορία… Ξεκινά µετά τον θάνατο τουΑραφάτ στα τέλη του 2004. Η Σούχα επέστρεψε τότε στην Τυνησία, τη χώρα που τηςείχε ανοίξει τις αγκάλες της στα τέλη της δεκαετίας του 1980, εκεί όπου ξεκίνησε να δουλεύει υπό τις διαταγές του Αραφάτ –η Τυνησία ήταν ηέδρα της Οργάνωσης για τηνΑπελευθέρωση της Παλαιστίνης έως το 1993 –, εκεί όπου προσηλυτίστηκε στο Ισλάµ – η οικογένειά της ήταν χριστιανοί –, εκεί όπου το 1990 παντρεύτηκε τον, κατά 34 χρόνια µεγαλύτερότης, παλαιστίνιο ηγέτη.
Στην Τυνησία, σύµφωνα πάντα µε τα όσα προκύπτουν από τα διπλωµατικά τηλεγραφήµατα που διέρρευσαν, η Σούχα άρχισε τις (προσοδοφόρες) µπίζνες µε τηΛέιλα Μπεν Αλί, τη σύζυγο του προέδρου Ζιν ελ Αµπιντίν Μπεν Αλί – αυτήν που ηπρεσβεία των ΗΠΑ τοποθετεί, σε τηλεγράφηµα του Ιουνίου 2008, στην κορυφή της πυραµίδας της διαφθοράς.
Εναν-ενάµιση χρόνο νωρίτερα, οι δύο γυναίκες είχαν αποφασίσει να ανοίξουν τη ∆ιεθνή Σχολή της Καρχηδόνας, ιδιωτικό σχολείο για την τυνησιακή ελίτ, στο οποίο η Σούχα επένδυσε 2,5 εκατοµµύρια ευρώ. Ανταγωνισµός δεν υπήρχε: τον Μάιο του 2007 το τυνησιακό υπουργείο Παιδείας έκλεισε το Ιδρυµα Λουί Παστέρ, ένα «πολύ ευυπόληπτο», σύµφωνα µε τον αµερικανό πρεσβευτή, ιδιωτικό σχολείο, µε το πρόσχηµα κάποιας παράβασης της νοµοθεσίας. Αλλωστε το Ιδρυµα βρισκόταν στο µάτι του κυκλώνα από το 2003, όταν ο διευθυντής του αρνήθηκε να κάνει δεκτό έναν ανιψιό της Λέιλα – σαν να µην έφτανε αυτό, έναν χρόνο αργότερα ο ίδιος διευθυντής απέβαλε µια µαθήτρια «από την προεδρική οικογένεια».
Το νέο, το «προεδρικό», σχολείοάνοιξε τις πύλες του τον Σεπτέµβριο του 2007. Εναν µήνα νωρίτερα, είχε λάβειµε προεδρικό διάταγµα επιχορήγηση 1,79 εκατ.δηναρίων (941.500 ευρώ). Τον ίδιο εκείνο µήνα, άλλο διάταγµα αφαιρούσε από τη χήρα του Αραφάτ και τη 12χρονη τότε κόρη της Ζάχουα την τυνησιακή υπηκοότητα που τους είχε χορηγηθεί. Η Σούχα, η µητέρα της, η κόρη της εκδιώχθηκαν από την Τυνησία – βρήκαν καταφύγιο στη Μάλτα. Οληη περιουσία της χήρας του Αραφάτ στη χώρα κατασχέθηκε χάρη σε πλαστά έγγραφα.
Τα αίτια της ρήξης
Τι επέφερε όµως τη ρήξη ανάµεσα στις δύο γυναίκες; Το ένα σενάριο τη θέλει, ακριβώς, να αντιτάχθηκε στο κλείσιµο τουΙδρύµατος Λουί Παστέρ, λέγοντας στη Λέιλα «αυτό που κάνουµε δεν είναι ηθικό», και από εκεί να ξεκίνησε ο κατήφορος. Το άλλο, όπως το µετέφερε το 2009 στους Αµερικανούς «αξιόπιστη πηγή», δεν έχει καµία σχέση µε τα σχολεία: η Λέιλα «συνωµοτούσε τότε ώστε να παντρέψει µια ανιψιά της», 18 ετών, µε τον 61χρονο σεΐχη Μοχάµεντ µπιν Ρασίντ αλ Μακτούµ, πρωθυπουργό των Ηνωµένων Αραβικών Εµιράτων και εµίρη του Ντουµπάι. Τέταρτοςπλουσιότερος µονάρχης παγκοσµίως,ο σεΐχης είχε ήδη δύο συζύγους, η µίααπό αυτές αδελφή του ιορδανού µονάρχη Αµπντάλα.
Οταν πληροφορήθηκε τις µανούβρες της Λέιλα, η Σούχα τηλεφώνησε στη βασίλισσα Ράνια της Ιορδανίας για να την προειδοποιήσει πως η κουνιάδα της θα είχε να ανταγωνιστεί προσεχώς στο Ντουµπάι µια 18χρονη νέα σύζυγο του εµίρη. Η Λέιλα έµαθε γιατο τηλεφώνηµα και, οργισµένη, πέταξε τη Σούχα έξω από τη χώρα.
Αναδημοσιευση Απο Νεα
Δεν υπάρχουν σχόλια
Δημοσίευση σχολίου