Τα εφετινά του γενέθλια δεν έμοιαζαν με τα προηγούμενα. Είχε την ευχέρεια να καλέσει δεκάδες φίλους και γνωστούς, χωρίς να ανησυχεί για τους γείτονες που δυσανασχετούν. Η θέα θα ήταν εκπληκτική, χωρίς να μισθώσει ένα πολυτελές κέντρο διασκέδασης. Τα ποτά θα προσφέρονταν απλόχερα, χωρίς ο προϋπολογισμός να γίνει «τσουχτερός». Οι καλεσμένοι του θα μπορούσαν να καπνίζουν ελεύθερα, χωρίς να περιορίζονται από την εφαρμογή του αντικαπνιστικού νόμου. Ο κ. Ακης Κατσαρός, φοιτητής λογιστικής από τη Θεσσαλονίκη, είχε βρει τον ιδανικό τόπο για να γιορτάσει τα εικοστά πέμπτα γενέθλιά του: ένα παγκάκι στην παλαιά παραλία Θεσσαλονίκης, δίπλα στον φωτισμένο Λευκό Πύργο, με θέα τα φώτα της πόλης που αντανακλώνται στον Θερμαϊκό.
«Η ιδέα ίσως ακούγεται παράξενη για τα ελληνικά δεδομένα, όμως στο εξωτερικό, ιδίως όπου ο καιρός το επιτρέπει, οι νέοι συνηθίζουν να διασκεδάζουν σε πλατείες και πάρκα. Γιατί όχι κι εμείςλοιπόν;» λέει στο «Βήμα» ο κ. Κατσαρός.
Ειδοποίησε φίλους και γνωστούς μέσω μηνυμάτων, e-mail και Facebook, επιστράτευσε την παρέα του για να παρασκευάσουν μια... λεκάνη γεμάτη σανγκρία, «οπλίστηκαν» με ενισχυτές και φορητούς υπολογιστές και οργάνωσαν ένα πάρτι που στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία. «Το πιο διασκεδαστικό ήταν η αντίδραση των περαστικών. Οχι μόνο δεν μας κατέκριναν αλλά πολλοί κοντοστέκονταν για να μας μιλήσουν, να πιουν ένα ποτήρι, να χορέψουν. Γνωστοί και άγνωστοι γίναμε μια παρέα» προσθέτει. Η περίπτωση του κ. Κατσαρού δεν είναι μοναδική. Εν έτει 2010 πλατείες, πεζόδρομοι (παραλιακοί ή μη), παγκάκια, πάρκα και κάθε είδους δημόσιοι χώροι φιλοξενούν τη νυχτερινή διασκέδαση. Ξεπερνώντας τα κοινωνικά στερεότυπα και αναζητώντας οικονομικότερες λύσεις για την αντιμετώπιση της κρίσης, οι νέοι δεν περιορίζονται πλέον στις συμβατικές επιλογές της προηγούμενης δεκαετίας. «Ηταν λυπηρό να βλέπεις νέους ανθρώπους να περνούν νύχτες στα μπουζούκια παραγγέλνοντας μπουκάλια αξίας 100 ευρώ ή να στήνονται στην ουρά για να εισέλθουν σε ένα δημοφιλές κλαμπ, όπου η διασκέδαση είναι τυποποιημένη και απρόσωπη. Πέρα από το οικονομικό ζήτημα, καίριας σημασίας είναι η καταναλωτική φιλοσοφία που κρυβόταν πίσω από αυτή τη νοοτροπία» λέει στο «Βήμα» ο κ. Νίκος Μαντασάς, ηλεκτρολόγος μηχανικός . Ο ίδιος σπούδασε στο Πολυτεχνείο του Σάρεϊ της Μεγάλης Βρετανίας όπου ήταν συχνό φαινόμενο τα πάρκα και οι πλατείες να γεμίζουν από μικρές παρέες φοιτητών που διασκέδαζαν με μια μπίρα στο χέρι. «Οι μικρές ομάδες γίνονταν μεγαλύτερες και μέχρι τα μεσάνυχτα όλη η πλατεία ήταν μια παρέα. Αυτό το φαινόμενο ήταν ανήκουστο στην Ελλάδα μέχρι πρότινος. Ωστόσο, στις μέρες μας αν περάσετε από την πλατεία στο Γκάζι το σαββατόβραδο ή από τη Διονυσίου Αρεοπαγίτου στο Θησείο θα δείτε εκατοντάδες νέους με μια μπίρα στο χέρι να επιλέγουν το... παγκάκιαντί για το μπαράκι!» σχολιάζει ο κ. Μάριος Λειβαδίτης, προγραμματιστής ηλεκτρονικών υπολογιστών, ο οποίος είχε εξοικειωθεί με το «πάρτι στον δρόμο» ήδη από τα φοιτητικά του χρόνια στη Μεγάλη Βρετανία. «Ισως για κάποιους αυτή να είναι μία “ανώμαλη προσγείωση”. Εγώ αντιθέτως πιστεύω ότι είναι θετική εξέλιξη για την ελληνική νεολαία το να μάθει να αρκείται στα απλά πράγματα» αναφέρει η κυρία Βάσια Παπακωνσταντίνου, χημικός. « Σε τελική ανάλυση, η απλότητα προσφέρει μεγαλύτερη ελευθερίαελευθερία να φωνάξεις, να γελάσεις, να γίνεις φίλος με αγνώστους. Είναι λυπηρό ότι χρειάστηκε μια οικονομική κρίση για να αντιληφθούν οι Ελληνες ότι η διασκέδαση δεν απαιτεί χρήματα, αλλά... δημιουργικότητα» καταλήγει με νόημα.
Μπίρα με θέα τη Βαρκελώνη
Ειδοποίησε φίλους και γνωστούς μέσω μηνυμάτων, e-mail και Facebook, επιστράτευσε την παρέα του για να παρασκευάσουν μια... λεκάνη γεμάτη σανγκρία, «οπλίστηκαν» με ενισχυτές και φορητούς υπολογιστές και οργάνωσαν ένα πάρτι που στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία. «Το πιο διασκεδαστικό ήταν η αντίδραση των περαστικών. Οχι μόνο δεν μας κατέκριναν αλλά πολλοί κοντοστέκονταν για να μας μιλήσουν, να πιουν ένα ποτήρι, να χορέψουν. Γνωστοί και άγνωστοι γίναμε μια παρέα» προσθέτει. Η περίπτωση του κ. Κατσαρού δεν είναι μοναδική. Εν έτει 2010 πλατείες, πεζόδρομοι (παραλιακοί ή μη), παγκάκια, πάρκα και κάθε είδους δημόσιοι χώροι φιλοξενούν τη νυχτερινή διασκέδαση. Ξεπερνώντας τα κοινωνικά στερεότυπα και αναζητώντας οικονομικότερες λύσεις για την αντιμετώπιση της κρίσης, οι νέοι δεν περιορίζονται πλέον στις συμβατικές επιλογές της προηγούμενης δεκαετίας. «Ηταν λυπηρό να βλέπεις νέους ανθρώπους να περνούν νύχτες στα μπουζούκια παραγγέλνοντας μπουκάλια αξίας 100 ευρώ ή να στήνονται στην ουρά για να εισέλθουν σε ένα δημοφιλές κλαμπ, όπου η διασκέδαση είναι τυποποιημένη και απρόσωπη. Πέρα από το οικονομικό ζήτημα, καίριας σημασίας είναι η καταναλωτική φιλοσοφία που κρυβόταν πίσω από αυτή τη νοοτροπία» λέει στο «Βήμα» ο κ. Νίκος Μαντασάς, ηλεκτρολόγος μηχανικός . Ο ίδιος σπούδασε στο Πολυτεχνείο του Σάρεϊ της Μεγάλης Βρετανίας όπου ήταν συχνό φαινόμενο τα πάρκα και οι πλατείες να γεμίζουν από μικρές παρέες φοιτητών που διασκέδαζαν με μια μπίρα στο χέρι. «Οι μικρές ομάδες γίνονταν μεγαλύτερες και μέχρι τα μεσάνυχτα όλη η πλατεία ήταν μια παρέα. Αυτό το φαινόμενο ήταν ανήκουστο στην Ελλάδα μέχρι πρότινος. Ωστόσο, στις μέρες μας αν περάσετε από την πλατεία στο Γκάζι το σαββατόβραδο ή από τη Διονυσίου Αρεοπαγίτου στο Θησείο θα δείτε εκατοντάδες νέους με μια μπίρα στο χέρι να επιλέγουν το... παγκάκιαντί για το μπαράκι!» σχολιάζει ο κ. Μάριος Λειβαδίτης, προγραμματιστής ηλεκτρονικών υπολογιστών, ο οποίος είχε εξοικειωθεί με το «πάρτι στον δρόμο» ήδη από τα φοιτητικά του χρόνια στη Μεγάλη Βρετανία. «Ισως για κάποιους αυτή να είναι μία “ανώμαλη προσγείωση”. Εγώ αντιθέτως πιστεύω ότι είναι θετική εξέλιξη για την ελληνική νεολαία το να μάθει να αρκείται στα απλά πράγματα» αναφέρει η κυρία Βάσια Παπακωνσταντίνου, χημικός. « Σε τελική ανάλυση, η απλότητα προσφέρει μεγαλύτερη ελευθερίαελευθερία να φωνάξεις, να γελάσεις, να γίνεις φίλος με αγνώστους. Είναι λυπηρό ότι χρειάστηκε μια οικονομική κρίση για να αντιληφθούν οι Ελληνες ότι η διασκέδαση δεν απαιτεί χρήματα, αλλά... δημιουργικότητα» καταλήγει με νόημα.
Μπίρα με θέα τη Βαρκελώνη
Αν είστε διατεθειμένοι να διασκεδάσετε «έξω» (με την... κυριολεκτική έννοια της λέξης) οι δυνατότητες που μπορείτε να εκμεταλλευτείτε είναι απεριόριστες. Ο κ. Λέανδρος Λόγκος (φωτογραφία), ηλεκτρολόγος μηχανικός, ταξιδεύει συχνά στην Ευρώπη και έχει αποκτήσει τη συνήθεια να απολαμβάνει τη «σαμπάνια του φτωχού», όπως συνηθίζει να αποκαλεί την... μπίρα, όχι σε μπαρ ή καφετέριες αλλά σε πάρκα, πλατείες και άλλους δημόσιους χώρους που προσφέρουν μοναδική θέα. «Αν κάποιος ξεπεράσει τις κοινωνικές συμβατικότητες που επιβάλλουν έναν συγκεκριμένο τρόπο διασκέδασης θα αντιληφθεί ότι οι δημόσιοι χώροι έχουν πολλά να του προσφέρουν. Οι νέοι της Ευρώπης το έχουν ήδη συνειδητοποιήσει, καιρός να το κάνουμε κι εμείς. Σε τελική ανάλυση υπάρχει κάποιος που θα προτιμούσε να κλειστεί στους τέσσερις τοίχουςτη στιγμή που μπορεί να απολαύσει αυτή τη θέα;» λέει στο «Βήμα» δείχνοντας τη Βαρκελώνη από ψηλά, καθώς πίνει την μπίρα του καθισμένος στο περίφημο «μπαλκόνι» που κατασκεύασε ο Γκαουντί στο πάρκο «Γκουέιγ».
Αναδημοσιευση Απο Βημα
Αναδημοσιευση Απο Βημα
Δεν υπάρχουν σχόλια
Δημοσίευση σχολίου